Γυναικολογία

Προεμφυτευτική Γενετική Διάγνωση (PGD) - (Preimplantation Genetic Diagnosis)

Υπογονιμότητα, Υποβοηθούμενη αναπαραγωγή, Γυναικολογία, Γυναικολόγος, Τρίκαλα

Τι είναι η προεμφυτευτική γενετική διάγνωση (PGD);

Η Προεμφυτευτική Γενετική Διάγνωση (PGD) - (Preimplantation Genetic Diagnosis) είναι μια τεχνική διαδικασία υψηλών απαιτήσεων και προδιαγραφών η οποία εφαρμόζεται στα ζευγάρια που αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο να μεταβιβάσουν κάποιο σοβαρό γενετικό νόσημα στους απογόνους τους. Με την διαδικασία της προεμφυτευτικής διάγνωσης ελέγχεται το γενετικό υπόβαθρο των γονιμοποιημένων ωαρίων που προέκυψαν με εξωσωματική γονιμοποίηση, έτσι ώστε να μεταφερθούν στη μήτρα της γυναίκας μόνο απαλλαγμένα από το γενετικό νόσημα γονιμοποιημένα ωάρια. Έτσι αποφεύγεται η κυοφορία νοσούντος εμβρύου κάτι το οποιο θα μπορούσε να οδηγήσει σε ενδομήτριο θάνατο ή αποβολή του εμβρύου ή ακόμη και η γέννηση ατόμου με πολύ σοβαρό πρόβλημα υγείας.

Η χρήση της μεθόδου της προεμφυτευτικής διάγνωσης επιτρέπεται στη χώρα μας με βάση τον νόμο 3305/2005.

Πως γίνεται η προεμφυτευτική διάγνωση;

Για την πραγματοποίηση της μεθόδου απαιτείται στενή συνεργασία ενός εξειδιξευμένου κέντρου εξωσωματικής που αναλαμβάνει την εκτέλεση των μεθόδων της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής στις οποίες συμπεριλαμβάνεται η λήψη γενετικού υλικού από τα γονιμοποιημένα ωάρια και ενός εργαστηρίου που αναλαμβάνει την γενετική διάγνωση. Γίνεται βιοψία του εμβρύου στο εργαστήριο της εξωσωματικής. Λαμβάνονται δηλαδή μερικά κυτταρα από το έμβρυο προκειμένου να υποβληθούν σε γενετικές αναλύσεις στο εργαστήριο της γενετικής. Για να επιτευθεί αυτό γίνεται διάνοιξη της διαφανους ζώνης (zona pellucida) κάτι το οποίο επιτυγχάνεται μηχανικά, χημικά ή με ακτίνες Laser.

Σε ποια στάδια της ανάπτυξης του εμβρύου μπορεί να εφαρμοστεί η προεμφυτευτική διαγνωση;

  1. Βιοψία πρώτου και δεύτερου πολικου σωματίου από το ωάριο την ημέρα της ωοληψίας (polar body biopsy). Η διαδικασία είναι ασφαλής αλλά χρονοβόρα, δεν ελέγχεται ο γονότυπος του πατρικού γαμετικού κυττάρου, ενώ ανωμαλίες που μπορεί να προκύψουν μετά την γονιμοποίηση δεν μπορούν να ανιχνευθούν
  2. Βιοψία από το βλαστομερίδιο στο στάδιο της αυλάκωσης του γονιμοποιημένου ωαρίου την 3η μέρα μετά την γονιμοποίηση (στάδιο των 6 - 10 κυττάρων). Έχει αποτελέσει μέχρι σήμερα την προτιμώμενη πηγή γενετικού υλικού για προεμφυτευτική διάγνωση για τα περισσότερα κέντρα παγκοσμίως. Με την βιοψία της 3ης μέρας υπάρχει αρκετός χρόνος για την ολοκλήρωση της διαδικασίας. Τα βλαστομερίδια είναι πολυδύναμα κύτταρα που δεν έχουν ακόμα διαφοροποιηθεί και έτσι η απομάκρυνση 1 ή 2 κυττάρων δεν επιφέρει για το έμβρυο απώλεια γενετικών πληροφοριών.
  3. Βιοψία τροφεκτοδερμικών κυττάρων στο στάδιο της βλαστοκύστης. Τα τελευταία χρόνια έχουμε πλέον στην κλινική πράξη και τη βιοψία βλαστοκύστεων. Με τη βιοψία αυτή αφαιρούμε μόνο τροφεκτοδερμικά κύτταρα που περιβάλλουν την βλαστοκύστη και δεν συμμετέχουν στον σχηματισμό του εμβρύου δηλαδή πραγματοποιούμε για το έμβρυο μια λιγότερο επεμβατική για την ακεραιότητά του πράξη. Η μέθοδος επιτρέπει την βιοψία περισσότερων κυττάρων για γενετική ανάλυση (5 - 10 κύτταρα) και έτσι αυξάνεται η αξιοπιστία της μεθόδου. Το μόνο σοβαρό μειονέκτημα είναι ο περιοσμένος χρόνος που υπάρχει μέχρι να ολοκληρώσουμε την γενετική διάγνωση. Όταν ο χρόνος δεν επαρκεί η κρυοσυντήρηση των εμβρύων και εμβρυομεταφορά σε επόμενο κύκλο αποτελεί λύση στις περιπτώσεις αυτές.

Σε ποιες περιπτώσεις μπορεί να εφαρμοστεί η μέθοδος της προεμφυτευτικής διάγνωσης (PGD) και με τη χρήση ποιων μεθόδων;

  • Η προεμφυτευτική διάγνωση μπορεί να εφαρμοστεί σε όλα τα γενετικά νοσήματα εφόσον είναι γνωστή η γενετική διαταραχή μονογονιδιακών νοσημάτων (φυλοσύνδετα, αυτοσωματικά υπολειπόμενα, αυτοσωματικά επικρατούντα και μιτοχονδριακά). Οι μεθοδολογίες που εφαρμόζονται για τον εντοπισμό των παθολογικών γονιδίων, βασίζονται στην Αλυσιδωτή Αντίδραση της Πολυμεράσης (PCR) Polymerase Chain Reaction.

Τα συχνότερα μονογονιδιακά νοσήματα στα οποία έχει εφαρμοσθεί η PGD είναι:

  1. Αυτοσωματικά υπολειπόμενα --> Κυστική Ίνωση, β-Μεσογειακή αναιμία, Δρεπανοκυτταρική αναιμία, Νωτιαία Μυική Ατροφία (SMA)
  2. Αυτοσωματικά επικρατούντα --> Μυοτονική δυστροφία, Νόσος Huntington, Οικογενής αδενωματώδης πολυποδίαση (FAP), Σύνδρομο Marfan, Νόσος Charcot-Marie-Tooth
  3. Φυλοσύνδετα --> Σύνδρομο εύθραυστου Χ, Μυοτονική Δυστροφία Duchenne και Becker, Αιμορροφιλία Α, Αδρενολευκοδυστροφία.
  • Η προεμφυτευτική διάγνωση μπορεί να εφαρμοστεί για τον έλεγχο δομικών χρωμοσωματικών αναδιατάξεων (ισοζυγισμένες χρωμοσωματικές μεταθέσεις - αναδιατάξεις) που συναντούμε σε άτομα φυσιολογικά φαινοτυπικά που όμως παράγουν μη φυσιολογικούς γαμέτες. Οι μεθοδολογίες που εφαρμόζονται είναι η μέθοδος FISH (Fluorescent In Situ Hybridization) και η μέθοδος aCGH (array Comparative Genomic Hybridization).
  • Η προεμφυτευτική διάγνωση μπορεί να εφαρμοστεί για τον έλεγχο αριθμητικών χρωμοσωμικών ανωμαλιών που ονομάζεται και Προεμφυτευτικός Έλεγχος PGS (Preimplantation Genetic Screening). Επιλέγονται για την μεταφορά στη μήτρα μόνο ευπλοειδικά γονιμοποιημένα ωάρια. Συνήθως επιλέγουμε την μέθοδο αυτή σε γυναίκες μεγάλης αναπαραγωγικής ηλικίας > 37 ετών με ιστορικό καθ΄έξιν αποβολών ή μετά από επανειλημμένες αποτυχημένες προσπάθειες εξωσωματικής. Οι μεθοδολογίες που εφαρμόζονται είναι η μέθοδος FISH (Fluorescent In Situ Hybridization) και η μέθοδος aCGH (array Comparative Genomic Hybridization).