Γυναικολογία

ΑΙΔΙΟΚΟΛΠΙΤΙΔΑ ΣΤΗΝ ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΦΗΒΕΙΑ

Μπαρτζιώκας Αθανάσιος, Μαιευτήρας - Χειρουργός Γυναικολόγος, Τρίκαλα

Οι φλεγμονές του γεννητικού συστήματος στη νεαρή ηλικία εντοπίζονται κυρίως στο αιδοίο, στον κόλπο και σε πολύ μικρότερη συχνότητα στις σάλπιγγες. Εξαρτώνται από τα επίπεδα των οιστρογόνων, την ύπαρξη ή όχι εμμήνου ρύσεως και τέλος από τη συχνότητα των σεξουαλικών επαφών όταν υπάρχουν, ενώ σημαντικό ρόλο παίζουν οι αντισυλληπτικές μέθοδοι.

Ιδιαίτερη σημασία δίνεται στις φλεγμονές του αιδοίου και του κόλπου στο νεαρό κορίτσι στην ηλικία πριν την εμμηναρχή(πριν την εμφάνιση δηλαδή της πρώτης περιόδου), οι οποίες αναφέρονται με τον όρο αιδοιοκολπίτιδες.

Οι αιδοιοκολπίτιδες αποτελούν συχνό πρόβλημα των κοριτσιών, κυρίως της προεφηβικής ηλικίας και υπολογίζεται ότι αφορούν το 87% του συνόλου των προβλημάτων των γεννητικών οργάνων που παρουσιάζονται στην ηλικία αυτή. Παρατηρούνται συχνότερα σε κορίτσια μεταξύ 2 και 7 χρόνων.

Οι αιδοιοκολπίτιδες που παρουσιάζονται πριν την έναρξη της εμμήνου ρύσεως διαφέρουν συνήθως σε ότι αφορά την αιτιολογία, την κλινική εικόνα και την αντιμετώπιση, ενώ αντίθετα, μετά την έναρξη της εμμηνορρυσίας δεν παρουσιάζουν διαφορές από τις ανάλογες λοιμώξεις των ενηλίκων γυναικών.

Ποια είναι τα συμπτώματα και οι επιπλοκές της αιδοιοκολοπίτιδας;

Η παιδική κολπίτιδα εμφανίζεται συνήθως ως αυξημένη έκκριση κολπικών υγρών, τα οποία η μητέρα παρατηρεί στο εσώρουχο της κόρης της. Συχνά, έχουν δυσάρεστη οσμή. Εμφανίζονται αυξημένα υγρά στο εσώρουχο ή την πάνα, ερεθισμός με ερυθρότητα – κοκκίνισμα της ευαίσθητης περιοχής, φαγούρα, πόνος κατά την ούρηση, και διάχυτος πόνος χαμηλά στην κοιλιά. Σε παραμελημένες περιπτώσεις, μπορεί να εμφανισθεί σύμμυση(συνένωση - σύμφυση) των μικρών χειλέων του αιδοίου και αίμα από τον κόλπο. Η συνένωση των μικρών χειλέων είναι συχνότερη μέχρι την ηλικία των 6 ετών.

Τα συμπτώματα της αιδοιοκολπίτιδας περιλαμβάνουν:

  • Κολπική Υπερέκκριση που μπορεί να είναι ορώδης, βλεννώδης ή οροαιματηρή
  • Ερύθημα – κοκκίνισμα της περιοχής του αιδοίου
  • Κακοσμία της περιοχής – δύσοσμα κολπικά υγρά
  • Κνησμός - φαγούρα
  • Δυσουρία – δυσκολία στην ούρηση
  • Ευαισθησία κόλπου
  • Άλγος – πόνος και τσούξιμο της περιοχής
  • Οίδημα – πρήξιμο και διόγκωση των χειλέων του αιδοίου
  • Σύμμυση των μικρών χειλέων του αιδοίου
  • Κολπική αιμόρροια

Ποια είναι τα αίτια της αιδιοκολπίτιδας;

Στην παιδική ηλικία η λοίμωξη συνήθως είναι πρωτοπαθής στο αιδοίο με δευτεροπαθή εντόπιση στον κόλπο δηλαδή πρώτα νοσεί το αιδοίο και η λοίμωξη μπορεί να επεκταθεί προς τον κόλπο. Η σχέση αυτή αντιστρέφεται στην ήβη και μετά την έναρξη των σεξουαλικών επαφών, οπότε η αιδοιίτιδα γίνεται σχεδόν αποκλειστικά δευτεροπαθής γιατί προηγείται η προσβολή του κόλπου από κάποιο μικροβιακό παράγοντα.

Το αιδοίο και ο κόλπος του κοριτσιού είναι ευαίσθητα, γιατί δεν υπάρχουν ακόμα οιστρογόνα. Στην εφηβεία η παραγωγή οιστρογόνων από τις ωοθήκες αλλάζει τα χαρακτηριστικά του αιδοίου και του κόλπου. Αναπτύσσεται το κολπικό επιθήλιο, ελαττώνεται το pH, αυξάνεται το γλυκογόνο των κυττάρων και αναπτύσσεται η φυσιολογική χλωρίδα του κόλπου που περιλαμβάνει άφθονους γαλακτοβάκιλλους (gram (+) βακτήρια που παράγουν γαλακτικό οξύ). Επίσης αναπτύσσονται τα μεγάλα χείλη, η τρίχωση του εφηβαίου, το δέρμα της περιοχής γίνεται πιο ανθεκτικό και λειτουργούν οι σμηγματογόνοι αδένες. Παράλληλα με αυτές τις αλλαγές η αιδοιοκολπίτιδα δίνει σταδιακά την θέση της, όσον αφορά τη συχνότητα, στην κολπίτιδα, στην τραχηλίτιδα και στην σαλπιγγίτιδα.

Η αιτιολογία της αιδοιοκολπίτιδας περιλαμβάνει μία μεγάλη ποικιλία παραγόντων, όπως μικροβιακές μολύνσεις, μη ειδικές δερματολογικές βλάβες, τραυματισμούς, ξένα σώματα, νεοπλάσματα, ουρολογικά προβλήματα, ορμονικές διαταραχές, παράσιτα εντέρου, κ.λπ. Το ποσοστό προσβολής μεταξύ των εφήβων είναι αυξημένο, γιατί αυτές είτε έχουν περισσότερους από έναν σεξουαλικούς συντρόφους, είτε είναι πιο ευαίσθητες στην ανάπτυξη φλεγμονής, σε σχέση με τις πιο μεγάλες γυναίκες, που φαίνεται ότι αναπτύσσουν ανοσία στους μικροοργανισμούς.

Η περιοχή των γεννητικών οργάνων γειτονεύει με το ορθό που είναι περιοχή πλούσια σε δυνητικά παθογόνους μικροοργανισμούς όπως τα κολοβακτηρίδια (Escherichia Coli). Έτσι ουσιαστική συμμετοχή στην παθογένεια της αιδοιοκολπίτιδος στην παιδική κυρίως ηλικία έχουν οι κακοί κανόνες υγιεινής, όπως ο καθαρισμός των γεννητικών οργάνων από πίσω προς τα εμπρός, η παραμονή των ούρων στην περιοχή για μεγάλο χρονικό διάστημα που προκαλεί ερεθισμό, η επαφή των γεννητικών οργάνων με την τουαλέτα, το παιχνίδι στην άμμο, το ξύσιμο με βρώμικα νύχια, ο ιδρώτας, η αυξημένη θερμοκρασία και άλλοι τοπικοί παράγοντες (αφρόλουτρα, κρέμες). Επιπλέον, στην παιδική ηλικία, η είσοδος του κόλπου είναι πιο κοντά στον πρωκτό, καθώς το σώμα των παιδιών είναι μικροκαμωμένο. Ακόμη, στις πολύ μικρές ηλικίες, η χρήση της «πάνας» συγκρατεί και μεταφέρει κόπρανα και ούρα με μικρόβια από τον πρωκτό προς τον κόλπο.

Τα ξένα σώματα ανευρίσκονται σε συχνότητα 2-5% περίπου των κοριτσιών παιδικής ηλικίας με αιδοικολπίτιδα και συνήθως πρόκειται για τεμάχια χαρτιού ή υφάσματος, βαμβάκι, κομμάτια ξύλου και άλλα αντικείμενα που μπορεί να εισχωρήσουν στον κόλπο θεληματικά ή τυχαία και να προκαλέσουν φλεγμονή. Η παρουσία ξένου σώματος στον κόλπο εκδηλώνεται συνήθως με δύσοσμη κολπική υπερέκκριση και σταγονοειδή αιμόρροια. Χαρακτηριστικό της υπερεκκρίσεως είναι ότι χρονολογείται από αρκετό καιρό και δεν υποχωρεί με τα αντιβιοτικά.

Υπάρχουν πολλοί οργανισμοί που συμπεριλαμβάνονται στη φυσιολογική χλωρίδα του κόλπου, όπως staphylococcus epidermidis, diphtheroids, οι γαλακτοβάκιλλοι και αναερόβιοι, όπως τα Bacteroides και δε σχετίζονται με την εμφάνιση της αιδοιοκολπίτιδας.

Οι μύκητες του γένους candida είναι το συχνότερο αίτιο λοίμωξης του γεννητικού συστήματος στην παιδική και εφηβική ηλικία και γενικά στις γυναίκες. Ο μύκητας candida albicans είναι ο συχνότερος από όλα τα είδη μυκήτων, που συμβιώνει με τον άνθρωπο, συχνά μάλιστα απομονώνεται από το στόμα και το παχύ έντερο υγιών ατόμων.

Ο αιμόφιλος του κόλπου (gardnerella vaginalis) ενδημεί συνήθως στον κόλπο και σπάνια προκαλεί αιδοιοκολπίτιδα στην παιδική και εφηβική ηλικία, όπως προκαλεί πολύ συχνά στις ενήλικες. Τον βρίσκουμε συχνά στις γυναίκες με μεγάλη σεξουαλική δραστηριότητα, σε γυναίκες με πολλούς συντρόφους, σε γυναίκες με άλλα σεξουαλικά μεταδιδόμενα νοσήματα και στις χαμηλές κοινωνικοοικονομικές τάξεις.

Η τριχομονάδωση (trichomonas vaginalis) είναι και αυτή σχετικά σπάνια σε κορίτσια πριν από την ήβη. Η συχνότητα της τριχομοναδικής αιδοιοκολπίτιδος στα μικρά κορίτσια υπολογίζεται σε 3% περίπου και αυξάνεται παράλληλα με την αύξηση της έκκρισης οιστρογόνων. Τα κορίτσια των μητέρων με τριχομονάδες αποικίζονται σε ποσοστό 2.5-5.0%. Η τριχομονάδα γενικά προτιμά τον κόλπο με οιστρογονική επίδραση. Συνήθως μεταδίδεται με την σεξουαλική επαφή και σπάνια με άμεση επαφή (πισίνες, τουαλέτες).

Τα χλαμύδια του τραχώματος (chlamydia trachomatis) δεν αποτελούν συχνό αίτιο αιδοιοκολπιτίδων παιδικής, προεφηβικής και εφηβικής ηλικίας. Τα νεογνά συνήθως μολύνονται από τις μητέρες τους κατά την διάρκεια του κολπικού τοκετού.

Το μυκόπλασμα αποτελεί όχι σπάνιο αίτιο αιδοιοκολπιτίδων στην παιδική και προεφηβική ηλικία, ορισμένοι δε το συνδυάζουν με την σεξουαλική κακοποίηση των παιδιών.

Ο haemophilus influenzae μπορεί να βρεθεί φυσιολογικά στο ουροποιογεννητικό σύστημα της γυναίκας. Οι φλεγμονές από haemophilus influenzae είναι ασυνήθεις στην παιδική ηλικία και σπάνια προκαλεί κολπίτιδα.

Σε πολλές τέλος περιπτώσεις οι αιδοιοκολπίτιδες συνυπάρχουν ή είναι επακόλουθα μιας άλλης φλεγμονής, όπως η ωτίτιδα, βρογχίτιδα και αδενίτιδα.

Πως γίνεται η διάγνωση της αιδοιοκολπίτιδας;

Για την διάγνωση της αιδοιοκολπίτιδας πρέπει να γίνει η λήψη λεπτομερούς ιστορικού, η φυσική εξέταση, ο εργαστηριακός έλεγχος, ενώ σπάνια απαιτούνται απεικονιστικές διαγνωστικές μέθοδοι.

Ο εργαστηριακός έλεγχος εφαρμόζεται αναλόγως της περίπτωσης και συνίσταται στην λήψη υλικού για καλλιέργεια αεροβίων και αναεροβίων παθογόνων μικροβίων, ανίχνευση μυκοπλασμάτων-χλαμυδίων και σε έλεγχο αμέσου παρασκευάσματος για τριχομονάδωση. Ακολουθεί γενική ούρων, καλλιέργεια ούρων, παρασιτολογική και καλλιέργεια κοπράνων καθώς και κυτταρολογική εξέταση του κόλπου κατά Παπανικολάου σε μεγαλύτερες κοπέλες που έχουν ξεκινήσει σεξουαλικές επαφές. Η λήψη υλικού για καλλιέργεια από τον κόλπο γίνεται με εισαγωγή μέσω της οπής του παρθενικού υμένα ενός αποστειρωμένου βαμβακοφόρου στυλεού μικρού διαμετρήματος. Ο στυλεός πρέπει να παραμείνει στον κόλπο για κάποιο χρονικό διάστημα, ώστε να εμποτιστεί από τα υγρά που υπάρχουν σε αυτόν.

Σε σπάνιες περιπτώσεις μπορούμε να καταφύγουμε στην παρθενοσκόπηση. Η παρθενοσκόπηση εκτελείται επί υποτροπιάζουσας ή επίμονης αιδιοκολπίτιδος, κολπικής αιμόρροιας και υποψίας ύπαρξης ξένου σώματος, νεοπλάσματος ή συγγενούς ανωμαλίας. Η παρθενοσκόπηση προσφέρει πληρέστερο έλεγχο του κόλπου και του τραχήλου. Μέσω της οπής του εξεταστικού σωλήνα είναι δυνατόν να εισαχθεί λαβίδα βιοψίας ή αφαίρεσης ξένου σώματος καθώς και βαμβακοφόρος στυλεός για λήψη υλικού για καλλιέργεια και κυτταρολογική εξέταση.

Θεραπεία της αιδοιοκολπίτιδας.

Οι απλές μορφές αιδοιοκολπίτιδας αντιμετωπίζονται μόνο με πλύσεις με χλιαρό χαμομήλι. Επιπλέον πρέπει να τηρούνται οι κανόνες υγιεινής με συχνή αλλαγή των βαμβακερών εσωρούχων, καλό στέγνωμα της ευαίσθητης περιοχής και συχνή αλλαγή της πάνας στα μικρότερα παιδιά.

Η φαρμακευτική θεραπεία της αιδοιοκολπίτιδας πρέπει να είναι πάντα αιτιολογημένη. Πρέπει να προηγείται η καλλιέργεια του κολπικού υγρού ή των ούρων και των κοπράνων με το αντιβιόγραμμα και ποτέ να μην χορηγούνται στην τύχη αντιβιοτικά μέχρι να πετύχουμε το παθογόνο μικρόβιο.

Στις σοβαρές κολπίτιδες καλύτερα αποτελέσματα επιτυγχάνονται όταν, παράλληλα με τη συστηματική χορήγηση του αντιβιοτικού, γίνεται και τοπική θεραπεία με το ίδιο αντιβιοτικό. Η τοπική εφαρμογή του αντιβιοτικού γίνεται με ενδοκολπική έγχυση, στην οποία χρησιμοποιούμε ειδικά ρύγχη ή μια απλή, χωρίς βελόνα, σύριγγα. Η ενδοκολπική χορήγηση αντιβιοτικού γίνεται για βραχύ χρονικό διάστημα για αποφυγή πιθανής καταστροφής της φυσιολογικής χλωρίδας του κόλπου.

Η μυκητιασική κολπίτιδα αντιμετωπίζεται με την τοπική εφαρμογή αντιμυκητιασικής αλοιφής, η οποία τοποθετείται με ειδικό ρύγχος μέσα στον κόλπο. Αν επιπλέον βρεθεί κάποιο μικρόβιο στα ούρα ή στα κόπρανα χορηγείται το κατάλληλο, βάσει της ευαισθησίας, αντιβιοτικό. Τα παράσιτα, που τυχόν βρίσκονται στο έντερο, αντιμετωπίζονται με μεβενδαζόλη. Η σύμμυση των μικρών χειλέων αντιμετωπίζεται συνήθως συντηρητικά και υποχωρεί μόνη της.

Γίνεται σωστή ενημέρωση των γονέων για τους κανόνες πρόληψης, όπως η τήρηση των κανόνων υγιεινής, αποφυγή χρησιμοποίησης χημικών ουσιών, έλεγχος του περιβάλλοντος για πηγές μόλυνσης, χρησιμοποίηση βαμβακερών εσωρούχων, και αποτελεσματικής θεραπείας άλλων λοιμώξεων (αναπνευστικού-ουροποιητικού).

Η σωστή και αποτελεσματική θεραπεία αποτελεί προϋπόθεση μη υποτροπής της νόσου. Υπενθυμίζεται ότι η αιδοιοκολπίτιδα δεν είναι μεταδοτική νόσος και το παιδί μπορεί να συνεχίζει κανονικά τις δραστηριότητές του (σχολείο-άθληση).